Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

rubber check


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο rubber παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: check
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rubber nuncountable (latex material)καουτσούκ ουσ ουδ άκλ
  λάστιχο ουσ ουδ
 Tyres are made of rubber.
 Τα ελαστικά είναι φτιαγμένα από καουτσούκ.
rubber nUK (eraser for mistakes)γόμα, γομολάστιχα ουσ θηλ
  σβηστήρα, σβήστρα ουσ θηλ
  σβηστήρας ουσ αρσ
 Betty used a rubber to erase her mistake.
rubber nslang (condom)προφυλακτικό ουσ ουδ
 (καθομιλουμένη, μεταφορικά)σκουφάκι ουσ ουδ
 (παλαιό, λαϊκό)καπότα ουσ θηλ
 (παλαιό, λαϊκό)καπότο ουσ ουδ
 Lily always carries a rubber in her purse, just in case.
 Η Λίλη κουβαλάει πάντα προφυλακτικά στην τσάντα της, μήπως και χρειαστούν.
rubber n as adj(made of rubber)λαστιχένιος επίθ
  από καουτσούκ περίφρ
 Robert wears rubber gloves to do the washing up.
 Ο Ρόμπερτ φοράει λαστιχένια γάντια για να πλύνει τα πιάτα.
rubbers nplUS, Can (waterproof boots)γαλότσες ουσ θηλ πλ
 Ted was wearing his rubbers because of the rain.
 Ο Τεντ φορούσε τις γαλότσες του λόγω της βροχής.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rubber n(set of games) (μπριτζ, ουίστ, κρίκετ)σειρά τριών ή πέντε παιχνιδιών μεταξύ δύο ομάδων
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 After dinner, they sat at the card table to play a few rubbers.
rubber n(rubber game, rubber match) (μπριτζ, ουίστ, κρίκετ)ο τελικός αγώνας σε σειρά τριών ή πέντε παιχνιδιών μεταξύ δύο ομάδων
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 The score was even, so they played a rubber.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
chalkboard eraser,
blackboard eraser,
also UK: chalkboard rubber,
board rubber
n
(eraser for blackboard)σφουγγάρι ουσ ουδ
  σφουγγάρι πίνακα φρ ως ουσ ουδ
 (παλαιό)σπόγγος πίνακα φρ ως ουσ αρσ
 We slapped the chalkboard erasers together to get rid of the chalk dust.
consistency of rubber ninformal (food: chewiness) (καθομιλουμένη)λαστιχένια υφή ουσ θηλ
 Everything was excellent except for the calamari, which had the consistency of rubber.
crepe rubber n(rubber with corrugated surface)καουτσούκ τύπου κρεπ περίφρ
  κρεπ, κρέπι ουσ ουδ άκλ
 These walking shoes have crepe rubber soles to prevent slipping on wet pavements.
dental dam,
rubber dam
n
(dental sheet) (οδοντιατρικό εξάρτημα)οδοντικό διάφραγμα, στοματικό διάφραγμα επίθ + ουσ ουδ
foam rubber n(spongy material used as stuffing)αφρώδες ελαστικό ουσ ουδ
 The seat cushions were filled with foam rubber.
hard rubber n(vulcanized rubber)βουλκανισμένο καουτσούκ/λάστιχο έκφρ
 The truck's tires were made of hard rubber.
natural rubber n(latex made from sap of the rubber tree)φυσικό καουτσούκ ουσ ουδ
 These gloves are made from plastic, but those are natural rubber.
neoprene rubber n(water-resistant synthetic material) (συνθετικό υλικό)νεοπρένιο ουσ ουδ
 My wetsuit is made from neoprene rubber.
rubber ball n(bouncy ball made of rubber)λαστιχένια μπάλα επίθ + ουσ θηλ
 (παιδικό)τρελομπαλάκι ουσ ουδ
rubber band n(elastic band)λαστιχάκι ουσ ουδ
 The postman uses rubber bands to bundle together letters for the same address.
 Ο ταχυδρόμος χρησιμοποιεί λαστιχάκια για να δέσει μεταξύ τους τα γράμματα που είναι για την ίδια διεύθυνση.
rubber boots npl(wellingtons: footwear worn in rain) (μπότες από καοτσούκ)γαλότσες ουσ θηλ πλ
 When I walk in the rain, I wear rubber boots so I can splash right through the puddles.
rubber cement n(adhesive)κόλλα ελαστικού φρ ως ουσ θηλ
rubber chicken n(comedy prop: latex model of a chicken) (παιχνίδι)λαστιχένιο κοτόπουλο επίθ + ουσ ουδ
  λαστιχένια κότα επίθ + ουσ θηλ
 At the circus, one clown used a rubber chicken to hit another one on the head.
rubber chicken nfigurative, disparaging (characteristic food served at large gatherings)άνοστο φαγητό επίθ + ουσ ουδ
 I refuse to go to another banquet where I have to listen to boring speeches and eat rubber chicken.
rubber curb n(edging used around playground surface) (σε παιδότοπους, πάρκα)λαστιχένιο κράσπεδο επίθ + ουσ ουδ
rubber dam n(dental sheet) (οδοντιατρικό εξάρτημα)ελαστικός απομονωτήρας επίθ + ουσ αρσ
 When I go to the dentist I don't mind the shot of novocaine; it's the rubber dam I can't stand.
rubber dinghy n(small inflated boat)φουσκωτό σκάφος επίθ + ουσ ουδ
  φουσκωτό επίθ ως ουσ ουδ
rubber duck n(duck-shaped bath toy)πλαστικό παπάκι ουσ ουδ
Σχόλιο: υποκοριστικό του λάστιχο
 Children often play with rubber ducks at bathtime.
rubber ducky,
rubber duckie
n
informal (duck-shaped bath toy)πλαστικό παπάκι επίθ + ουσ ουδ
rubber glove nusually plural (glove made of rubber)λαστιχένιο γάντι επίθ + ουσ ουδ
rubber ring n(seal)λαστιχένιος δακτύλιος επίθ + ουσ αρσ
rubber ring nUK (flotation aid)σωσίβιο ουσ ουδ
  κουλούρα ουσ θηλ
rubber spatula n(kitchen utensil)λαστιχένια σπάτουλα επίθ + ουσ θηλ
  σπάτουλα σιλικόνης περίφρ
  μαρίζ ουσ θηλ άκλ
 The pastry chef used a rubber spatula to spread icing on the cake.
rubber stamp n(handheld printing tool)σφραγίδα ουσ θηλ
 Rubber stamps are often used to mark packages "fragile".
rubber stamp nfigurative ([sb] approving automatically)αυτός που βαράει σφραγίδες περίφρ
rubber stamp nfigurative (automatic approval)έγκριση χωρίς έλεγχο περίφρ
  αυτόματη έγκριση επίθ + ουσ θηλ
  σίγουρη έγκριση επίθ + ουσ θηλ
rubber tree n(rubber-yielding tree)καουτσουκόδεντρο ουσ ουδ
rubber-soled adj(shoes: rubber bottoms)με λαστιχένιες σόλες περίφρ
rubber-stamp [sth] vtr(mark with rubber stamp)σφραγίζω ρ μ
  βάζω σφραγίδα σε κτ περίφρ
rubber-stamp [sth] vtrfigurative (approve automatically)εγκρίνω κτ αυτόματα ρ μ + επίρ
  προσυπογράφω κτ ασυζυτητί ρ μ + επίρ
  δέχομαι κτ χωρίς να το εξετάσω περίφρ
synthetic rubber n(artificial, flexible material)συνθετικό λάστιχο ουσ ουδ
vulcanized rubber,
also UK: vulcanised rubber
n
(strengthened rubber for tyres, etc.)ενισχυμένο λάστιχο ουσ ουδ
 Automobile tires are made of a strong vulcanized rubber.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση rubber check στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «rubber check».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!